Εισαγωγή

    
    Οι πρόγονοι των σημερινών βιβλίων ήταν πήλινες πλάκες πάνω στις οποίες έγραφαν χρησιμοποιώντας ένα είδος γραφίδας. Οι πλάκες αυτές χρησιμοποιήθηκαν από τους Σουμέριους, τους Βαβυλώνιους και άλλους λαούς της Μεσοποταμίας. Χιλιάδες τέτοιες πήλινες πλάκες ανακαλύφθηκαν στη Μεσοποταμία στο μέρος που κάποτε άκμαζε το βασίλειο των Σουμερίων. Είναι τα αρχαιότερα γραπτά κείμενα που ξέρουμε. Οι περισσότερες από αυτές τις  πλάκες περιέχουν σε σφηνοειδή γραφή, εμπορικές συναλλαγές, δικαστικές αποφάσεις, ευρετήρια και αναφορές σε εκατοντάδες ονόματα ανθρώπων αλλά και θεοτήτων. Ένα ποσοστό των πλακών όμως περιέχει ύμνους, μύθους, λογοτεχνικά και θρησκευτικά κείμενα. Το πιο γνωστό από τα κείμενα των πλακών αυτών είναι το αρχαιότερο έπος που ξέρουμε "Το έπος του Γκιλγκαμές". Οι πήλινες πλάκες αν και είναι σχεδόν απρόσβλητες από το πέρασμα του χρόνου και φυσικές καταστροφές όπως η φωτιά δεν ήταν και το βολικότερο μέσο καταγραφής πληροφοριών όπως κάποιος εύκολα μπορεί να συμπεράνει.

     Η επόμενη εξέλιξη στην ιστορία της καταγραφής του λόγου ήταν οι πάπυροι που χρησιμοποιήθηκαν από τους αρχαίους Αιγυπτίους, Έλληνες και Ρωμαίους. Ο πάπυρος είναι ένα υλικό που μοιάζει με χαρτί και προέρχεται από το ομώνυμο φυτό που μεγαλώνει στις όχθες του Νείλου. Τα "βιβλία" από πάπυρο ήταν φτιαγμένα σε μορφή ρολού, το μήκος του οποίου έφτανε μερικές φορές και τα 40 μέτρα!! Τα γραπτά διασήμων συγγραφέων της αρχαιότητας γράφτηκαν σε ρολούς από πάπυρο και η δημιουργία των αντιγράφων γινόταν χειρόγραφα από επαγγελματίες αντιγραφείς. Διάσημες βιβλιοθήκες με χιλιάδες αντίγραφα δημιουργήθηκαν με αυτόν τον τρόπο, όπως η βιβλιοθήκη των Αθηνών, της Ρώμης και, η πιο διάσημη απ' όλες, η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Βέβαια επειδή η αντιγραφή γινόταν με το χέρι η όλη διαδικασία ήταν ακριβή και αργή και ο αριθμός των αντιτύπων κάθε έργου ήταν πολύ περιορισμένος. Ο πάπυρος πάλι ενώ σαν υλικό ήταν εύκολο να παραχθεί, ήταν φθηνός και αποτελούσε μια εξαιρετική επιφάνεια γραφής, είχε κάποια σημαντικά προβλήματα αντοχής στο χρόνο και στην υγρασία. Σε υγρά κλίματα η αντοχή του δεν ξεπερνούσε τα εκατό χρόνια και συχνά ήταν πολύ μικρότερη. Αυτό σε συνδυασμό με την αδυναμία παραγωγής πολλών αντιτύπων αλλά και του γεγονότος ότι το φυτό πάπυρος δεν φύτρωνε σε πολλά μέρη του αρχαίου κόσμου, οδήγησε στην υιοθέτηση ενός άλλου υλικού ως μέσου καταγραφής του λόγου. 

    Το νέο υλικό ήταν η περγαμηνή, η οποία χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους Εβραίους και τους Πέρσες στην αρχή. Η περγαμηνή ήταν φτιαγμένη από επεξεργασμένα δέρματα ζώων και είχε εξαιρετική αντοχή στο χρόνο. Η μέθοδος παραγωγής της τελειοποιήθηκε από τον Ευμένη, βασιλιά της Περγάμου τον 2ο αιώνα προ Χριστού.
   
Με την πάροδο των αιώνων και συγκεκριμένα από τον 4ο αιώνα μ.Χ το σχήμα του κυλινδρικού "βιβλίου" εγκαταλείπεται σιγά σιγά και κάνει την εμφάνισή του ο κώδικας (codex), ο οποίος αποτελείται από φύλλα παπύρου ή περγαμηνής διπλωμένα στη μέση και ραμμένα σε ξύλινες πλάκες. Πάρα πολλά χειρόγραφα βιβλία της αρχαιότητας ήταν φτιαγμένα με αυτό τον τρόπο. 

Μεσαιωνικά βιβλία

Κατά τη μεσαιωνική εποχή στην Ευρώπη (5ος με 15ος αιώνας μ.Χ.), τα βιβλία εξακολούθησαν να αναπαράγονται χειρόγραφα, κυρίως σε μοναστήρια. Τα κείμενα ήταν κυρίως θρησκευτικού περιεχομένου αλλά υπήρξαν και αντιγραφές κάποιων κλασσικών αρχαίων έργων που με αυτό τον τρόπο διασώθηκαν μέχρι της μέρες μας. Τα μεσαιωνικά χειρόγραφα βιβλία χαρακτηρίζονται από την εντυπωσιακή λεπτομέρεια των εικονογραφήσεων καθώς και από την καλλιγραφική δεινότητα των αντιγραφέων οι οποίοι είχαν εξελίξει την αντιγραφή και εικονογράφηση με το χέρι των βιβλίων σε πραγματική τέχνη. Τα βιβλία προφανώς εξακολουθούσαν να είναι ελάχιστα και πανάκριβα. Βιβλιοθήκες είχαν μόνο κάποια μοναστήρια και άνθρωποι με υψηλά εισοδήματα.

Τυπωμένα βιβλία

Τα πρώτα τυπωμένα βιβλία εμφανίστηκαν στην Κίνα τον 6ο αιώνα μ.Χ. Το πρώτο βιβλίο το οποίο είναι γνωστό το ότι έχει τυπωθεί με ξύλινα στοιχεία είναι μια Κινέζικη έκδοση ενός βουδιστικού κειμένου το 868 μ.Χ. Το Τιπιτάκα, ένα άλλο βουδιστικό κείμενο το οποίο είναι πάνω από 130.000 σελίδες τυπώθηκε μεταξύ του 972 και του 983 μ.Χ. Οι Κινέζοι επινόησαν τα κινητά ξύλινα τυπογραφικά στοιχεία γύρω στον 11ο αιώνα μ.Χ. αλλά μιας και η Κινέζικη γλώσσα δεν έχει το περιορισμένο σε αριθμό γραμμάτων αλφάβητο των ευρωπαϊκών γλωσσών, η εφεύρεση αυτή δεν γνώρισε εφαρμογή μεγάλης κλίμακας 

Στην Ευρώπη η εκτύπωση βιβλίων χρησιμοποιώντας ξύλινα στοιχεία άρχισε γύρω στο 14ο αιώνα με γνώση που αποκτήθηκε από την επαφή με τους ανατολικούς λαούς. Τα πρώτα τέτοια βιβλία ήταν θρησκευτικού κυρίως περιεχομένου με ελάχιστο κείμενο αλλά πλούσια εικονογράφηση.

Γιοχάνες ΓκούτενμπεργκΚατά την Αναγέννηση, δύο ήταν οι ανακαλύψεις που έδωσαν ώθηση στη μαζική παραγωγή του τυπωμένου πια βιβλίου. Η μια ήταν το χαρτί, του οποίου η γνώση για την παραγωγή αποκτήθηκε από τον Ισλαμικό κόσμο ο οποίος με τη σειρά του το είχε πάρει από τους Κινέζους, και η άλλη τα κινητά μεταλλικά τυπογραφικά στοιχεία. Αυτή η τελευταία επινόηση αποδίδεται στο Γερμανό τυπογράφο Γιοχάνες Γκούτενμπεργκ, αν και πολλοί άλλοι Γάλλοι, Ολλανδοί, και Ιταλοί τυπογράφοι διεκδίκησαν την πατρότητα αυτής της εφεύρεσης. Το θέμα είναι ότι από το 1450 έως το 1456, η τυπογραφία γνώρισε μια αλματώδη εξέλιξη και έγινε ξαφνικά δυνατή η αναπαραγωγή ενός βιβλίου σε μεγάλους αριθμούς και με χαμηλό κόστος. Η "επανάστασή της τυπογραφίας" ήταν πλέον γεγονός και το βιβλίο έγινε για πρώτη φορά προσιτό στο ευρύ κοινό.

Κατά την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης (19ος - 20ος αιώνας), η παραγωγή του βιβλίου γνωρίζει μια νέα τεράστια άνθηση. Ο αριθμός αντιτύπων αυξάνεται με γεωμετρικούς ρυθμούς ενώ το κόστος παραγωγής πέφτει κάθετα. Με την μηχανοποίηση και εντέλει τον αυτοματισμό στα τυπογραφεία, το να παραχθούν χιλιάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες αντιτυπα ενός βιβλίου είναι πια όχι απλά κάτι εφικτό αλλά και οικονομικά συμφέρον. Δημιουργούνται αναρίθμητες Βιβλιοθήκες  από κράτη, ιδρύματα, οργανισμούς, πολιτιστικούς συλλόγους αλλά και ιδιώτες και κάποιες από αυτές περιλαμβάνουν εκατοντάδες χιλιάδες τόμους βιβλίων στα ράφια τους. Το βιβλίο είναι πια κάτι προσιτό σε όλους και όχι είδος πολυτελείας ή επίδειξης της κοινωνικής θέσης κάποιου ατόμου.

Σύγχρονη εποχή

Στον εικοστό αιώνα εφευρέσεις όπως το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, ο κινηματογράφος και τέλος η ¨επανάσταση της Πληροφορικής" με τους προσωπικούς υπολογιστές και τις συσκευές CD-ROM απείλησαν το βιβλίο σαν μέσο επικοινωνίας και διάδοσης ιδεών. Παρόλα αυτά, και αναπάντεχα για πολλούς "ειδικούς" που προέβλεπαν το "τέλος του χαρτιού", το βιβλίο όχι μόνο επέζησε αλλά γνώρισε ακόμα μεγαλύτερη διάδοση και απήχηση στο κοινό. Ίσως οι λόγοι να είναι πιο πολύ πρακτικοί παρά συναισθηματικοί, ένα βιβλίο είναι βολικό να το παίρνεις μαζί σου όπου κι αν είσαι, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα και προσοχή κατά τη μεταφορά, μπορεί να διαβαστεί σε  ύπτια ή καθιστή στάση, δεν εκφορτίζεται,  δεν "κολλάει" κάθε τόσο ζητώντας επανεκκίνηση,  δεν απειλείται από ιούς και τέλος δεν χρειάζεται κάθε πέντε μήνες αναβάθμιση ώστε να μπορεί να αναγνωστεί!!

Μια εξέλιξη του βιβλίου γνωστή στο εξωτερικό σαν audiobooks, ηχητικά βιβλία, η οποία ξεκίνησε την δεκαετία του 1950 και γνώρισε αρκετά μεγάλη απήχηση τη δεκαετία του 1990, μάλλον απευθύνεται σε ειδικές κατηγορίες ανθρώπων με προβλήματα όρασης, ή και σε τυφλούς σαν εναλλακτική λύση από το να διαβάζουν βιβλία γραμμένα με το σύστημα Μπράιγ. Τα βιβλία αυτά είναι ηχογραφημένη ανάγνωση κάποιου βιβλίου είτε σε κασέτα είτε σε CD.

Το παρόν και το μέλλον του βιβλίου

Στα τέλη του εικοστού αιώνα έκανε την εμφάνισή της μια άλλη εφεύρεση που για μια ακόμα φορά απειλεί την ύπαρξή του βιβλίου στην παραδοσιακή του μορφή. Το ηλεκτρονικό βιβλίο, e-book, καθώς και οι φορητές συσκευές ανάγνωσης των "βιβλίων" αυτών δείχνουν να αποτελούν υπολογίσιμη απειλή για το παραδοσιακό βιβλίο. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα το μέλλον, αλλά ίσως, καθώς οι συσκευές ανάγνωσης ηλεκτρονικών βιβλίων γίνονται όλο και ελαφρύτερες με όλο και  μεγαλύτερη αυτονομία και με καλύτερες οθόνες ενώ  ταυτόχρονα προσφέρουν οικονομία χώρου αλλά και ευκολία χρήσης, για πρώτη φορά υπάρχει περίπτωση μετά από πολλούς αιώνες κατά τη διάρκεια των οποίων οι αλλαγές στην εμφάνιση και το υλικό των βιβλίων ήταν πολύ μικρές, τώρα πια υπάρχει μια πιθανότητα η μορφή του βιβλίου να αλλάξει δραματικά!

Αν αυτό είναι καλύτερο ή χειρότερο, ευκταίο ή απευκταίο, δεν μπορεί κανείς να πει. Είναι θέμα προσωπικού γούστου και επιλογών αν και φαντάζομαι πως πάντα θα υπάρχουν ρομαντικοί άνθρωποι που θα προτιμούν τη χαρά του να ξεφυλλίζουν ένα βιβλίο και να μυρίζουν το φρεσκοτυπωμένο χαρτί από το να πατάνε τό πλήκτρό "Next page" ή "Previous page" μιας "e-book device".

Επιστροφή