Αν ως "σχολική βία" ορίσουμε ακραία φαινόμενα χρήσης βίας από μαθητές προς μαθητές ή και διδάσκοντες όπως αυτά εκδηλώνονται συχνά στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού (ΗΠΑ), ή ακόμα και φαινόμενα δημιουργίας ενδοσχολικών "συμμοριών" από μαθητές που συστηματικά τρομοκρατούν  και βιαιοπραγούν κατά συμμαθητών τους, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στη χώρα μας το φαινόμενο της σχολικής βίας είναι κάτι πολύ σπάνιο. 
     Από την προσωπική μου εμπειρία σε όσα σχολεία έχω διδάξει αλλά και από εμπειρίες συναδέλφων όλα αυτά τα χρόνια βγαίνει το συμπέρασμα ότι τα ελληνικά σχολεία δεν έχουν "μολυνθεί" σε ανησυχητικό βαθμό τουλάχιστον από το μικρόβιο της σχολικής βίας στην ακραία μορφή του. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι όλα κυλάνε όμορφα και ωραία τη δημόσια εκπαίδευση. Κατ' αρχήν τα τελευταία χρόνια το κατεξοχήν "αμερικάνικο" φαινόμενο της ενδοσχολικής βίας έχει αρχίσει να εξαπλώνεται σε κάμποσες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, όπως στη Γαλλία και στη Γερμανία που τα τελευταία χρόνια είχαμε αρκετά πολύ σοβαρά κρούσματα άσκησης βίας μεταξύ μαθητών. Μια άλλη παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπ' όψη είναι η άσκηση ψυχολογικής / συναισθηματικής βίας κι όχι μόνο η σωματικής βίας από μαθητή σε μαθητή.
 Συχνά η απομόνωση κάποιων παιδιών από τους συμμαθητές τους, το "δούλεμα" όταν αυτό είναι επίμονο, συνεχές και κακόβουλο, μπορεί να προκαλέσει τις ίδιες η και μεγαλύτερες βλάβες στον ευαίσθητο ψυχισμό ενός έφηβου. Και αυτό το τελευταίο, η ψυχολογική βία, δεν εκδηλώνεται καθόλου σπάνια στις αυλές και τις αίθουσες των ελληνικών σχολείων. Πολύ συχνά παιδιά που έχουν κάποια ιδιαιτερότητα στην εμφάνιση ή στη συμπεριφορά γίνονται στόχος ανελέητων προσβολών από ομάδες συμμαθητών τους, απομονώνονται από τις παρέες και στιγματίζονται ως "απροσάρμοστα" και "σπασίκλες". Σε πολλές περιπτώσεις αρκεί κάποιο παιδί να είναι πιο συνεσταλμένο από τα άλλα και αμέσως μετατρέπεται σε αντικείμενο χλευασμού και ατελείωτων ψυχολογικών μαρτυρίων, τόσο σκληρών και ακραίων που συχνά στους ενήλικες φαίνονται τόσο απίστευτα που καταλήγουν να τα θεωρούν ως αποκυήματα της φαντασίας του παιδιού που τα υπομένει και όταν πια τα αναφέρει σε κάποιον μεγαλύτερο, δεν βρίσκει ούτε την κατανόηση ούτε την ανταπόκριση που περίμενε. Ένα πράγμα που συχνά ξεχνάμε εμείς οι ενήλικες, γονείς, δάσκαλοι κλπ είναι ότι τα παιδιά δεν έχουν ούτε τις άμυνες αλλά και ούτε τις αναστολές των ενηλίκων. Μπορεί να είναι υπερευαίσθητα και να πληγώνονται πολύ εύκολα αλλά ταυτόχρονα είναι ικανά για πράξεις απίστευτης σκληρότητας ψυχολογικής και σωματικής αν αφεθούν δίχως καθοδήγηση και επίβλεψη. Ο χαρακτήρας τους ακόμα χτίζεται και διαμορφώνεται σε αυτή την ηλικία και δεν έχουν αποκτήσει τις δικλείδες ασφαλείας ενός ενήλικα. Με λίγα λόγια οι έφηβοι μπορούν να είναι υπερβολικοί σε όλα.
    Αυτός ο συνδυασμός του να είναι κάποιος σκληρός και ευάλωτος ταυτόχρονα, μπορεί να αποδειχθεί πολύ οδυνηρός για τον έφηβο. Μπορεί από το φόβο του να γίνει εύκολο θύμα να μετατραπεί σε θύτη, βλέποντάς το σα μια απόλυτα δικαιολογημένη αυτοάμυνα.
    Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς σαν γονείς και δάσκαλοι για να αντιμετωπίσουμε τέτοιου είδους προβλήματα και συμπεριφορές. Κατ' αρχήν σημαντικό είναι ο όσο το δυνατόν έγκαιρος εντοπισμός του προβλήματος. Αν το παιδί μας παρουσιάζει ασυνήθιστη συμπεριφορά μετά την ένταξή του σε ένα νέο σχολικό περιβάλλον δεν πρέπει να αδιαφορήσουμε και να το αφήσουμε "να τα βγάλει πέρα μόνο του".
    Σημάδια που πρέπει να μας ανησυχήσουν είναι: αν το παιδί σταματά να μιλά για το τι γίνεται στο σχολείο, αργεί συστηματικά να ξυπνήσει ή προσποιείται το άρρωστο προκειμένου να καθίσει σπίτι. Αν βλέπετε ότι δεν έχει πια φίλους, έχει στο σώμα του μελανιές και σημάδια που δυσκολεύεται να σας εξηγήσει πως έγιναν.  Αν η επίδοσή του πέσει κατακόρυφα ή αν αρχίσει να χάνει προσωπικά του αντικείμενα στο σχολείο. Αν η διάθεσή του είναι μελαγχολική και βλέπετε σημάδια άγχους και μειωμένης αυτοεκτίμησης.
    Σαν γονείς με το που θα καταλάβουμε ότι κάτι δεν πάει καλά με την σχολική ζωή του παιδιού μας θα πρέπει άμεσα να επιδιώξουμε να αποκαταστήσουμε την επικοινωνία μαζί του και με υπομονή αλλά και επιμονή να προσπαθήσουμε να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη του και να μας μιλήσει για το πρόβλημα που αντιμετωπίζει.
     Σε δεύτερη φάση δεν πρέπει να υποβαθμίσουμε το πρόβλημα, αλλά να  δείξουμε κατανόηση και να συζητήσουμε με το παιδί μας σαν ίσος προς ίσο. Οι εύκολες λύσεις του τύπου "αγνόησέ τους", ή " εγώ στη ηλικία σου....." όχι μόνο δε λύνουν το πρόβλημα αλλά και οδηγούν το παιδί μας, που ήδη νιώθει άσχημα, σε πλήρη αποξένωση και από εμάς τους ίδιους. Ο γονιός πρέπει να βρει τρόπους να τονώσει την αυτοπεποίθηση στο παιδί του, να το απενοχοποιήσει από τη δυσάρεστη κατάσταση που έχει βρεθεί, να του πει ότι ο καθένας μπορεί να γίνει στόχος, να του εξηγήσει ότι πολλά παιδιά μόνο και μόνο από το φόβο να μην γίνουν τα ίδια στόχοι ακολουθούν κάποιον "μπούλη" του σχολείου. Αρνητικά σχόλια και παράλογες απαιτήσεις (βρες τον πιο δυνατό και σπάστον στο ξύλο) από το παιδί δεν πρέπει να τεθούν σε καμία περίπτωση. Το ίδιο ισχύει για  σχόλια και παραινέσεις που μπορεί να μας βάλουν σαν γονείς στο ίδιο "στρατόπεδο" με τους βασανιστές του παιδιού μας, "αφού σε λένε χοντρή πάψε να τρως γλυκά και σοκολάτες", " να πάψεις να είναι μαλακός, στη ζωή νικά όποιος είναι σκληρός". 
    Τέλος απαραίτητη είναι η συνεργασία γονιών με δασκάλους. Ο δάσκαλος πρέπει να ενημερωθεί άμεσα, να επιδιώξει συζητήσεις μέσα στην τάξη για να ευαισθητοποιηθούν οι μαθητές, και παράλληλα να επιβληθούν κυρώσεις αν χρειάζεται αλλά και να παρθούν τα κατάλληλα μέτρα πρόληψης περαιτέρω εξάπλωσης του φαινομένου.
    Φυσικά θα πρέπει να βοηθηθούν και οι "μπούληδες", τα παιδιά από τα οποία ξεκινάει η κακομεταχείριση των συμμαθητών τους. Αυτά είναι πολλές φορές παιδιά με έντονα ψυχολογικά και οικογενειακά προβλήματα και δεν πρέπει απλά να υποστούν κάποιες κυρώσεις αλλά να μπουν σε μια διαδικασία συζήτησης με τους δασκάλους και τους γονείς τους ώστε να χτυπηθεί το πρόβλημα στη ρίζα του.

Νοέμβρης 2006

Επιστροφή